Πέμπτη, Απριλίου 30, 2009

UBS: Περικοπές 2.000 θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ



Η ελβετική τράπεζα ενημέρωσε 600 οικονομικούς συμβούλους στη χώρα ότι θα αποχωρήσουν από την εταιρεία, ενώ ανακοίνωσε επίσης ότι θα μειώσει τους υπαλλήλους γραφείου κατά 1.400 άτομα.
Σε περικοπές 2.000 θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ προχώρησε η ελβετική τράπεζα UBS, στο πλαίσιο του τελευταίου γύρου απολύσεων, τον οποίο ανακοίνωσε νωρίτερα αυτόν το μήνα.

«Μπορώ να επιβεβαιώσω 2.000 περικοπές», δήλωσε ο εκπρόσωπός της, ?ντρεας Κερν, σύμφωνα με το Reuters. Σημειώνεται ότι η εταιρεία απασχολεί συνολικά 30.000 υπαλλήλους στις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με δημοσίευμα στην ελβετική εφημερίδα Tages Anzeiger, η UBS ενημέρωσε 600 οικονομικούς συμβούλους στη χώρα ότι θα αποχωρήσουν από την εταιρεία, ενώ ανακοίνωσε επίσης ότι θα μειώσει τους υπαλλήλους γραφείου κατά 1.400 άτομα.

Ο διευθύνων σύμβουλος της UBS, Όσβαλντ Γκρούεμπελ, είχε αποκαλύψει στις 15 Απριλίου ότι η ελβετική τράπεζα θα περικόψει 8.700 θέσεις εργασίας στο πλαίσιο σχεδίων αναδιάρθρωσης, με σκοπό την επιστροφή της στην κερδοφορία.




Τετάρτη, Απριλίου 29, 2009

Ευρώπη: Σημάδια σταθεροποίησης της διεθνούς οικονομίας



Τα πρώτα σημάδια σταθεροποίησης της διεθνούς οικονομίας αρχίζουν και κάνουν την εμφάνισή τους, με οικονομικούς αναλυτές και κυβερνητικούς αξιωματούχους να εκφράζουν συγκρατημένη αισιοδοξία για το μέλλον.

Το επιχειρηματικό κλίμα στην Ιταλία ανέκαμψε τον Απρίλιο πιο πολύ από ό,τι αναμενόταν, βάζοντας έτσι τέλος στη συνεχιζόμενη πτώση των τελευταίων δέκα μηνών. Ο δείκτης επιχειρηματικού κλίματος του ISAE ανέβηκε στο 64,2, μετά τη βελτίωση που σημειώθηκε στα επίπεδα παραγγελιών και στις προοπτικές για την παραγωγή.

Σημαντική βελτίωση παρουσίασε και η καταναλωτική πίστη στη Γαλλία, με το δείκτη καταναλωτικού κλίματος να βρίσκεται στο -41 από -43 που προέβλεπαν οι αναλυτές.

Στη Βρετανία ο ρυθμός ανόδου των λιανικών πωλήσεων εκτινάχθηκε στα υψηλότερα επίπεδα σε διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους με το δείκτη της Συνομοσπονδίας Βρετανικών Επιχειρήσεων να σκαρφαλώνει στο +3 από -44 που ήταν το Μάρτιο, ενώ ο ετήσιος πληθωρισμός στα ομόσπονδα κρατίδια της Έσσης, της Σαξονίας και του Βραδεμβούργου, επιταχύνθηκε ελαφρώς.


Τρίτη, Απριλίου 28, 2009

Σε στάση αναμονής παραμένει η Φέντεραλ Ριζέρβ



Μία λιγότερο δεινή εικόνα για την οικονομία σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα αναμένεται να σκιαγραφήσει το ανακοινωθέν της διήμερης συνεδρίασης της Fed.
«Ανάσα» από τις πρόσφατες δυναμικές ενέργειές της αναμένεται να πάρει η Φέντεραλ Ριζέρβ στη διήμερη συνεδρίασή της που ολοκληρώνεται αύριο, ενώ θεωρείται πιθανόν να αναφερθεί και στα αμυδρά σημάδια σταθεροποίησης της αμερικανικής οικονομίας, μολονότι η παγκόσμια ύφεση δεν έχει φθάσει ακόμη σε ναδίρ και ίσως να συνεχιστεί και το επόμενο έτος, όπως επισημαίνει έρευνα του Reuters.

«Ηρθε η στιγμή να ηρεμήσουμε και να περιμένουμε. Δεν υπάρχει λόγος για κάτι νέο ή διαφορετικό», ανέφερε πρώην κεντρικός τραπεζίτες της Fed. Μετά την τελευταία συνεδρίαση της 17ης/18ης Μαρτίου, η αμερικανική κεντρική τράπεζα ανακοίνωσε σχέδια για τη διοχέτευση επιπλέον 1,15 τρισ. δολαρίων στην αμερικανική οικονομία μέσω της αγοράς ενυπόθηκου χρέους και μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών χρεογράφων, αφότου το κόστος δανεισμού περιορίστηκε σχεδόν σε μηδενικό επίπεδο από τα μέσα Δεκεμβρίου.

Ορισμένοι αξιωματούχοι της Fed έχουν επίσης παραδεχθεί ότι υπάρχουν κάποια σημάδια σταθεροποίησης και κατά συνέπεια το ανακοινωθέν της συνεδρίασης πιθανόν να σκιαγραφήσει μία λιγότερο δεινή εικόνα για την οικονομία σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Οιαδήποτε συζήτηση για ανάκαμψη εγείρει αναμφισβήτητα ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο που η Fed θα εξέλθει από τη σημερινή νομισματική πολιτική της και οι διαμορφωτές πολιτικής πιθανόν να αφιερώσουν κάποιο χρόνο σε αυτό.

Ωστόσο, θα ήταν επικίνδυνο να γίνει αναφορά σε προοπτική αύξησης των επιτοκίων, γιατί εάν τρομάξουν οι επενδυτές, το κόστος δανεισμού που διαμορφώνεται στις αγορές ιδιωτικού κεφαλαίου θα μπορούσε να αυξηθεί σε μία περίοδο που οι αξιωματούχοι προσπαθούν να τονώσουν την οικονομική δραστηριότητα.

Σύμφωνα δε, με ανάλυση που προετοιμάστηκε για λογαριασμό της Φέντεραλ Ριζέρβ στην προηγούμενη συνεδρίαση του νομισματικού συμβουλίου της, το ιδεατό επιτόκιο για την αμερικανική οικονομία υπό τις παρούσες συνθήκες θα ήταν το -5%. Βεβαίως, μία κεντρική τράπεζα δεν μπορεί να μειώσει τα επιτόκιά της κάτω του μηδενός. Ομως η ανάλυση επισημαίνει ότι η Fed θα πρέπει να διατηρήσει τις μη συμβατικές πολιτικές της για να προσφέρει στήριγμα αντίστοιχο με αυτό που θα προσέφερε ένα επιτόκιο στο -5%.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι διαμορφωτές νομισματικής πολιτικής συστήνουν ότι περαιτέρω μειώσεις των επιτοκίων θα πρέπει να είναι «μετρημένες», χωρίς ωστόσο και να αποκλείουν μείωση κάτω του 1%. Οικονομολόγοι όμως που συμμετείχαν σε έρευνα του Reuters καλούν στην πλειοψηφία τους τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες να λάβουν ακόμη περισσότερα μέτρα για τη στήριξη της οικονομίας, αφού θεωρούν ότι η παγκόσμια ύφεση δεν έχει φθάσει ακόμη σε ναδίρ και οι μετοχές παραμένουν σε πτωτική αγορά, προβλέποντας ότι η χρηματοοικονομική κρίση θα διαρκέσει ακόμη ένα έτος, ίσως και περισσότερο.


Δευτέρα, Απριλίου 27, 2009

ΕΚΤ: Συνεχίζονται οι συζητήσεις για τα επιτόκια



Δύο εβδομάδες πριν τη νέα συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας οι αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει μείωση του βασικού επιτοκίου του ευρώ κατά 25 μονάδες βάσης στο 1%.

Οι περισσότεροι αξιωματούχοι έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι θα ήθελαν ο κύκλος των μειώσεων να σταματήσει εκεί, με την ΕΚΤ ωστόσο να εξετάζει μία σειρά εναλλακτικών μέτρων για την ταχύτερη έξοδο της οικονομίας από την ύφεση.

Μία από τις υπό συζήτηση εναλλακτικές σύμφωνα με τον Ολλανδό κεντρικό τραπεζίτη, Νουτ Βέλινκ είναι και ο προσδιορισμός ενός συγκεκριμένου κατώτατου επιπέδου για τα επιτόκια.

«Όταν έχεις φτάσεις ήδη σε ένα πολύ χαμηλό σημείο, τότε μπορείς να επηρεάσεις τις αντιδράσεις των φορέων της οικονομίας λέγοντας ότι θα διατηρήσεις σε αυτό το επίπεδο τα επιτόκια για ένα συγκεκριμένο διάστημα» σημείωσε ο κ. Βέλινκ σε συνέντευξή του στην Ουάσιγκτον.

Ο Βέλγος ομόλογός του, Γκι Καντέν από την πλευρά του σε δηλώσεις του σε δημοσιογράφος σημείωσε ότι η ΕΚΤ πιθανότατα θα προβεί σε μία «μετριοπαθή» μείωση του επιτοκίου, αλλά και θα εφαρμόσει μη συμβατικά μέτρα χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.


Κυριακή, Απριλίου 26, 2009

Προς ένα νέο χρηματοοικονομικό κόσμο;



Πέρα από τις πρόσφατες αποφάσεις του G20 στο Λονδίνο, η μάχη για το μέλλον του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος θα είναι σκληρή. Η δε έκβασή της θα επηρεάσει τον κόσμο για κάποιες δεκάδες χρόνια. Οι χρηματοοικονομικές λειτουργίες επηρεάζουν τις ιδέες, τις εξουσίες τις επιρροές. Συνεπώς, η ριζική αντιμετώπιση της σημερινής κρίσης είναι ζωτική, παρά τις περί του αντιθέτου κυνικές απόψεις.

Από την άποψη αυτή, έχει δίκιο ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) κ. Ντομινίκ Στρος-Καν, όταν υπογραμμίζει ότι επίκειται η δημιουργία ενός παγκόσμιου ρυθμιστικού χρηματοοικονομικού οργάνου χωρίς το οποίο είναι αδύνατον να μπει κάποια τάξη στο μελλοντικό χρηματοοικονομικό σύστημα.

Από την πλευρά του, ο καθηγητής του Χάρβαρντ Κένεθ Ρογκόφ γράφει ότι οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) επιθυμούν την εγκατάσταση ενός συστήματος το οποίο δεν θα ακυρώνει τη διεθνή χρηματοοικονομική ηγεμονία τους. Έτσι, προσφάτως, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Τίμοθι Γκάϊτνερ ιχνογράφησε ένα μάλλον συντηρητικό χρηματοοικονομικό ρυθμιστικό σύστημα, το οποίο σε κάθε περίπτωση περιέχει αρκετές καλές ιδέες. Μία από αυτές είναι η επάνοδος της λειτουργίας του μηχανισμού της ρευστότητας στη διατραπεζική αγορά, ώστε να εξασφαλισθεί η επανακυκλοφορία του χρήματος και η συναφής ρευστότητα των διατραπεζικών σχέσεων.

Ωστόσο, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η παράλυση του συστήματος και να επιτευχθεί η επανεκκίνησή του, χρειάζεται εκείνοι που εισφέρουν ρευστότητα στο σύστημα να στραφούν και πάλι σε τοποθετήσεις σε τράπεζες, αντί να περιορίζονται μόνον σε κρατικά ομόλογα. Χρειάζεται οι θεσμικοί επενδυτές που παρεμβαίνουν στην ασφάλιση, στα συνταξιοδοτικά ταμεία και στα αμοιβαία κεφάλαια -και οι οποίοι εξασφαλίζουν την ταμιακή ρευστότητα του συστήματος αγοράζοντας και πουλώντας βραχυπρόθεσμους τίτλους επειδή διαθέτουν κεφάλαια προς τοποθέτηση- να επαναφέρουν χρήμα στη διατραπεζική αγορά.

Για να συμβεί, όμως, κάτι τέτοιο, πρέπει οι διατραπεζικές πιστώσεις να είναι εγγυημένες και οι πιστωτές να αισθανθούν την ασφάλεια ότι θα πάρουν πίσω τα κεφάλαιά τους. Αυτή ακριβώς η ασφάλεια είναι που θρυμματίστηκε με την πτώση της Lehman Brothers.

Στο επίπεδο αυτό, οι θέσεις και απόψεις των 20 ισχυρότερων κρατών στον κόσμο διαφέρουν σε αρκετά σημεία. Κυρίως, όμως, χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία αμφισβητούν το ρόλο του δολαρίου ως στηρίγματος του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος. Η αμφισβήτηση αυτή εκφράστηκε ανοικτά από τον Κινέζο πρόεδρο στο Λονδίνο και κάθε άλλο παρά αθεμελίωτη είναι. Διότι είναι σήμερα γνωστό ότι, αν κρίση έγινε πλανητική -όπως πολύ σωστά υποστηρίζει και ο γνωστός Γάλλος οικονομολόγος και συγγραφέας Μισέλ Αλιετά- αυτό οφείλεται και στο ότι η φάση ευφορίας της πιστωτικής επέκτασης υπήρξε ταυτοχρόνως φάση ιδιαιτέρως ισχυρής νομισματικής επέκτασης σε ορισμένες αναδυόμενες χώρες όπως η Κίνα, ή πάλι στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες που εξήγαν τις αποταμιεύσεις τους. Τα νομίσματά τους είχαν ισοτιμία ρυθμιζόμενη έναντι του δολαρίου. Προκειμένου να διατηρηθεί η ισοτιμία αυτή, που εξασφάλιζε ταχύρρυθμη ανάπτυξη ωθούμενη από τις εξαγωγές, οι Κεντρικές Τράπεζες απορροφούσαν δολάρια τα οποία τους τα πωλούσαν οι εξαγωγείς.

Μέσα από ένα αντίστροφο σοκ, η ταχύρρυθμη ανάπτυξη αυτών των χωρών συνέβαλε στην απογείωση των τιμών του αργού, όπως και των πρώτων υλών που χρειάζονταν οι βιομηχανίες στις χώρες αυτές για να λειτουργήσουν. Καθώς οι μεγάλοι εξαγωγείς βιομηχανικών προϊόντων, όπως η Κίνα, εισήγαγαν πρώτες ύλες σε μεγάλες ποσότητες, οι τιμές των πρώτων υλών -και ιδίως του πετρελαίου- απογειώθηκαν κατά τη διάρκεια του 2007 και στο πρώτο εξάμηνο του 2008, με την κερδοσκοπία να επιτείνει την εξέλιξη αυτή. Το αποτέλεσμα υπήρξε μία πληθωριστική έξαρση ακόμη ισχυρότερη στις χώρες με αναδυόμενες οικονομίες -οι οποίες παρουσιάζουν μικρότερη εξοικονόμηση ενέργειας και είναι περισσότερο εξαρτημένες από τα αγροτικά προϊόντα από ό,τι οι ανεπτυγμένες χώρες.

Προκειμένου να τιθασσευθεί αυτή η πλημμυρίδα ρευστότητας και να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός, οι αναδυόμενες χώρες της Ασίας αποδέχθηκαν ανατίμηση των νομισμάτων τους αφότου εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ η χρηματοπιστωτική κρίση. Την ίδια στιγμή, η Κίνα προέβη σε επανειλημμένες αυξήσεις των υποχρεωτικών αποθεματικών, προκειμένου να επιτευχθεί περιορισμός των πιστώσεων -και τούτο με στόχο να μειωθεί ο πληθωρισμός, αλλά ο χειρισμός αυτός απέτυχε. Στην Ινδία και στην Ρωσία, για να σταθούμε στο παράδειγμα άλλων αναδυόμενων μεγάλων δυνάμεων, η πάλη κατά του πληθωρισμού υπήρξε λιγότερο επιτυχημένη πριν από την γενίκευση της οικονομικής επιβράδυνσης.

Καθώς διαθέτουν υπεράφθονα συναλλαγματικά αποθέματα, οι χώρες της ανατολικής Ασίας έχουν τα μέσα για να δημιουργήσουν κοινό Ταμείο, προκειμένου να αποτρέψουν κάθε ενδεχόμενη συναλλαγματική κρίση που θα ανέκυπτε από τραπεζικές δυσχέρειες στην μία ή στην άλλη χώρα (όπως η Κορέα). Πρόκειται για κατάσταση ριζικά διαφορετική από εκείνη που οδήγησε στην κρίση του 1997-98. Γι αυτό και το ΔΝΤ προβλέπει αισθητή επιβράδυνση της ανάπτυξής τους, όχι όμως και ύφεση.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, επόμενο είναι οι χώρες αυτές, με πρώτη την Κίνα, να θέλουν επαναθεώρηση του διεθνούς νομισματικού συστήματος, διότι μία διάσταση της παγκοσμιοποιημένης σημερινής κρίσης είναι αυτή της ύπαρξης στις αναδυόμενες χώρες κυβερνητικών επενδυτικών ταμείων, των περίφημων sovereign funds.

Κατά τον καθηγητή Κ. Ρογκόφ, στις χώρες όπου, με βάση τις εξαγωγές τους, προέκυψαν μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα, τα κράτη μεταβίβασαν μέρος των κεφαλαίων αυτών σε ταμεία, με στόχο να επενδυθούν και να αποδώσουν τα χρήματα αυτά. Όμως, στα τέλη του 2007, οι οργανισμοί αυτοί εκτίμησαν -εσφαλμένα- ότι η κρίση δεν θα διαρκούσε πολύ. Επέλεξαν λοιπόν να προβούν σε ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις στις αμερικανικές τράπεζες.

Αποτέλεσμα: κατέγραψαν έκτοτε σημαντικές ζημιές. Σήμερα, λοιπόν, βρίσκονται σε αμυντική στάση και επανατοποθετούν -μαζικά- στοιχεία του ενεργητικού τους σε έντοκα γραμμάτια του αμερικανικού Δημοσίου -πράγμα που εξηγεί πώς τα επιτόκιά τους έπεσαν πολύ χαμηλά. Αυτό προκάλεσε, φυσικά, μεγάλες στρεβλώσεις στην πιστωτική αγορά των ΗΠΑ.

Όμως, τα ίδια αυτά κυβερνητικά funds θα μπορούσαν, υπό ορισμένες συνθήκες, να αναλάβουν σημαντικό ρόλο στην ανακεφαλαιοποίηση των δυτικών τραπεζών. Το δημόσιο χρέος των δυτικών χωρών θα σημειώσει μεγάλη αύξηση, καθώς τα κράτη ήδη προστρέχουν σε βοήθεια τόσο των τραπεζών τους όσο και της πραγματικής τους οικονομίας. Έτσι, για τον σκοπό αυτόν, εκδίδονται τίτλοι για τους οποίους τα προαναφερόμενα κυβερνητικά επενδυτικά ταμεία θα μπορούσαν να εγγραφούν.

Για την ώρα, η κρίση δεν έχει οδηγήσει ακόμη σε σημαντική επιβράδυνση της ανάπτυξης στις χώρες αυτές. Αν, αντιθέτως, η ανάπτυξη σημείωνε σημαντική πτώση στην Ανατολή, πράγμα ορατό, τότε θα είχαμε μία ακόμη βαρύτερη σειρά συνεπειών: η αποταμίευση θα μειωνόταν στις χώρες αυτές, η συναλλαγματική ισοτιμία του εγχώριου νομίσματος θα αυξανόταν εις βάρος του δολαρίου, ενώ η ροή χρηματοδοτήσεων προς τις ΗΠΑ θα ανακοπτόταν.

Σε μία τέτοια περίπτωση, η Αμερική θα ήταν πλέον υποχρεωμένη να αναχρηματοδοτήσει μόνη της μεγαλύτερο μέρος του αυξανόμενου χρέους της, πράγμα που θα προξενούσε ταυτοχρόνως υποτίμηση του δολαρίου έναντι του γιεν -που έχει γίνει νόμισμα-καταφύγιο- και αύξηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Θα ήταν μία κατάσταση ακριβώς στον αντίποδα εκείνης που είχε διαμορφωθεί στις αρχές του 2000, όταν το γιεν είχε αδυνατίσει, όταν υπήρχε μαζικός δανεισμός σε γιεν και όταν η ελκυστικότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών στις ΗΠΑ κρατούσε τα επιτόκια πολύ χαμηλά.

Ούτως ή άλλως, η έξοδος από την κρίση θα μεταφρασθεί σε ενίσχυση της σχετικής θέσης ορισμένων αναδυόμενων χωρών, κυρίως δε της Κίνας. Τα κυβερνητικά funds τους σχεδιάστηκαν για να πετυχαίνουν αποδόσεις πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που μπορούσαν να εξασφαλίσουν οι Κεντρικές Τράπεζές τους. Στόχος είναι να διαφοροποιούνται οι σχετικές τοποθετήσεις, ώστε να αντισταθμίζεται ενδεχόμενη υποτίμηση της αξίας των συναλλαγματικών αποθεμάτων των Κεντρικών Τραπεζών σε περίπτωση πτώσης του δολαρίου.

Λόγος ύπαρξης των μακροπρόθεσμων επενδυτών είναι ακριβώς αυτός: αγοράζουν τίτλους που θα μπορούσαν να ανατιμηθούν και να εξασφαλίσουν υψηλές αποδόσεις, ενώ την ίδια στιγμή θα περιοριζόταν ο κίνδυνος των τοποθετήσεων χάρη σε ευρεία διαφοροποίησή τους. Αποστολή τους είναι να αγοράζουν στοιχεία ενεργητικού που αποδίδουν περισσότερο από τα κρατικά ομόλογα. Σήμερα, παραμένουν σε φάση προσδοκιών, καθώς περνάμε μία γενική κρίση μείωσης της αξιών. Μόλις όμως οι τιμές των στοιχείων ενεργητικού φθάσουν στο κατώτατο επίπεδό τους και μόλις καταστεί δυνατή μία πρόβλεψη της μακροπρόθεσμης αξίας τους, τα ταμεία αυτά θα επενδύσουν μαζικά στις δυτικές οικονομίες.

Οι κυβερνήσεις των σταθερότερων από τις αναδυόμενες χώρες θα επιλέξουν επίσης να ενισχύσουν τα κεφάλαια των δικών τους επιχειρήσεων προκειμένου να τους δώσουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε πολυεθνικές επιχειρήσεις -και τούτο είτε αγοράζοντας επιχειρήσεις στο εξωτερικό, είτε αποκτώντας τεχνολογίες τις οποίες δεν διαθέτουν. Μέχρι σήμερα, οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν στις χώρες αυτές από δυτικές επιχειρήσεις δεν μεταφράσθηκαν σε κάτι περισσότερο από μεταφορά μεσαίων τεχνολογιών.

Κατά συνέπεια, σήμερα είναι επιτακτική ανάγκη να αποκτήσουν οι κινεζικές και ινδικές επιχειρήσεις τις πιο προωθημένες τεχνολογίες, τις οποίες έχουν ήδη στην διάθεσή τους οι Αμερικανοί ή και οι Ευρωπαίοι. Ειδικότερα στην περίπτωση της Κίνας, η αναβάθμιση αυτή της χρηματοπιστωτικής δύναμης θα έπρεπε να δώσει σε μεγάλες επιχειρήσεις της τη δυνατότητα να γίνουν συντελεστές του παγκόσμιου συστήματος.

Έχει λοιπόν κάθε λόγο να πιστεύει κανείς ότι η έξοδος από την κρίση θα μεταφρασθεί, τελικά, σε σημαντικές άμεσες επενδύσεις και σε ροή επενδύσεων χαρτοφυλακίου των αναδυομένων χωρών προς τον δυτικό κόσμο, μέσω των κυβερνητικών funds -συνεπώς, σε μετακίνηση της οικονομικής καρδιάς του πλανήτη προς την Ανατολή. Τούτο το πολύ ορατό φαινόμενο αποτελεί, κατά την γνώμη μας και όχι μόνον, το μεγάλο και ιστορικό ίσως συμπέρασμα της συνάντησης κορυφής των Είκοσι στο Λονδίνο. Όσο για τη συνέχεια, θα την παρακολουθήσουμε τον προσεχή Σεπτέμβριο, με τη νέα συνάντηση του G20.

ΑΘΑΝ. Χ. ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ


Κ. Καραμανλής: Kρίσιμοι οι επόμενοι μήνες



Το αρνητικό διεθνές περιβάλλον επηρεάζει και τη δική μας χώρα, επιβραδύνοντας τους αναπτυξιακούς ρυθμούς και μειώνοντας τα δημόσια έσοδα, τόνισε ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής στην ομιλία του στη γενική συνέλευση του ΣΕΒ Δυτικής Μακεδονίας.

«Το αρνητικό διεθνές περιβάλλον επηρεάζει όλες και τις χώρες και αναπόφευκτα και τη δική μας», υπογράμμισε.

Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι εν μέσω της διεθνούς οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα επιδεικνύει ισχυρότερες αντοχές σε σχέση με άλλες χώρες κυρίως σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη και την ανεργία.

Ο κ. Καραμανλής χαρακτήρισε κρίσιμους τους επόμενους μήνες, καθώς, όπως είπε, θα κριθεί η δυνατότητα της χώρας μας να περιορίσει τις επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης. «Κρίνεται το σήμερα και το αύριο του τόπου», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Πρωθυπουργός.

Aπέναντι στην κρίση η κυβέρνηση αναπτύσσει συγκροτημένο σχέδιο με στόχο τη στήριξη της αναπτυξιακής διαδικασίας, πρόσθεσε ο Πρωθυπουργός, ενώ άφησε αιχμές για την αξιωματική αντιπολίτευση κάνοντας λόγο για «ανευθυνότητα του χθες».

Κανένας δεν μπορεί να ξεχνά οτι το ΠΑΣΟΚ παρέλαβε το χρέος στο 30% και το παρέδωσε στο 100%, τόνισε.

«Προχωρούμε και συνεχίζουμε τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις που έχουμε δρομολογήσει», ανέφερε ο κ. Καραμανλής και τόνισε πως ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αναπτυξιακή διαδικασία, και ειδικότερα στην στρατηγική για την ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας.

Ενδεικτικά αναφέρθηκε στην ολοκλήρωση της Εγνατίας Οδού, ένα έργο «τεράστιας σημασίας», όπως είπε, το οποίο θα παραδοθεί μάλιστα εντός των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων.

Βολές κατά ΠΑΣΟΚ και Γ. Παπανδρέου

Παράλληλα, άσκησε σκληρή επίθεση στο ΠΑΣΟΚ και στον πρόεδρό του, Γιώργο Παπανδρέου, με αφορμή την υπόθεση Βατοπεδίου, υποστηρίζοντας ότι επιδίδεται στην σκανδαλολογία, την πόλωση και την παραπληροφόρηση. «Το ΠΑΣΟΚ κατρακυλά σε πρακτικές που συνιστούν θεσμική εκτροπή και αποπειράται να τρομοκρατήσει τη Δικαιοσύνη», δήλωσε ο πρωθυπουργός.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν ασχολείται με τα σοβαρά προβλήματα του τόπου και επιχειρεί να διαγράψει το αμαρτωλό παρελθόν του κόμματός του και να πετύχει συμψηφισμούς, τόνισε, μεταξύ άλλων.

Το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, «συμπεριφέρεται ανεύθυνα, τόσο στα οικονομικά όσο και στα πολιτικά. Αναπτύσσει μια ατελείωτη υστερική προσπάθεια μετατόπισης του δημόσιου διαλόγου πέρα από τα μεγάλα και κρίσιμα ζητήματα. Καλλιεργεί μια νοσηρή ατμόσφαιρα που δεν ταιριάζει στον τόπο μας», υπογράμμισε ο κ. Καραμανλής.

«Την ώρα που κρίνονται μείζονα ζητήματα, οικονομικά, κοινωνικά, εθνικά, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ κινείται αλλού. Επιμένει σε μια στείρα απόπειρα μηδενισμού και διαστρέβλωσης των πραγμάτων, κατρακυλά σε πρακτικές πουν συνιστούν θεσμική εκτροπή, κάνει περίεργες και ανεύθυνες προαναγγελίες για υποτιθέμενες προθέσεις δικαστικών, επιδίδεται σε παρεμβάσεις με αντισυνταγματικά αιτήματα, επιδίδεται σε διαστρέβλωση του περιεχομένου δικαστικών εγγράφων. Επιδίδεται σε μια απόπειρα τρομοκράτησης της Δικαιοσύνης», πρόσθεσε.


Σάββατο, Απριλίου 25, 2009

G7: Ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας από το 2009



Ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας εντός του 2009, ακόμη και αν οι κίνδυνοι επιμείνουν, αναμένουν οι χώρες της Ομάδας των Επτά (G7), όπως επισημαίνεται στο τελικό ανακοινωθέν της συνόδου που πραγματοποιήθηκε χθες στην Ουάσινγκτον.

Συγκεκριμένα, οι επτά πλουσιότερες χώρες του κόσμου δεσμεύθηκαν να προχωρήσουν σε «όλες τις απαραίτητες ενέργειες» για επιστροφή στη ανάπτυξη, να αποτρέψουν τους περιορισμούς στο παγκόσμιο εμπόριο και κυρίως να «συνεχίσουν να εγχέουν κεφάλαια στους χρηματοπιστωτικούς θεσμούς».

Δεσμεύθηκαν επίσης να «λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλισθεί η ευρωστία των θεσμών, των οποίων η σημασία είναι ζωτική για το σύνολο του οικονομικού συστήματος».

Όπως υπογραμμίζεται στο ανακοινωθέν, «τα πρόσφατα στοιχεία υποδηλώνουν πως ο ρυθμός της πτώσης των οικονομιών μας επιβραδύνθηκε και πως εμφανίζονται ορισμένες ενδείξεις σταθεροποίησης».

Η G7 προβλέπει πως η οικονομική δραστηριότητα θα αρχίσει να ανακάμπτει αργότερα φέτος, «με τις προοπτικές πάντα ζοφερές και ισχυρό κίνδυνο πτώσης». Τονίζει, επίσης, ότι θα «επιτηρεί στενά τη αγορά συναλλάγματος» και θα συνεργάζεται στον τομέα αυτό προκειμένου να αποτραπούν απότομες αλλαγές, οι οποίες μπορεί να έχουν «βλαβερές συνέπειες για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα».

Επαναλαμβάνει, τέλος, τη δέσμευση των μελών της να συνεργασθούν στον τομέα της μεταρρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, επιμένοντας ωστόσο στις εθνικές προσπάθειες που πρέπει να γίνουν στον τομέα αυτό.

Πηγές: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Γαλλ. Πρακτορείο